τερπνός

τερπνός
τερπνός (-ός; -ᾶς, -άν, -αῖσι; -όν, -ῷ, -όν, -ά, -ῶν, -ά.)
1 pleasant

τερπνᾶς δ' ἐπεὶ χρυσοστεφάνοιο λάβεν καρπὸν Ἥβας O. 6.57

τερπναῖσι θαλίαις O. 10.76

ἔντυεν τερπνὰν γάμου κραίνειν τελευτάν P. 9.66

ἔστα δὲ θάμβει δυσφόρῳ τερπνῷ τε μιχθείς N. 1.56

κόρον δ' ἔχει καὶ μέλι καὶ τὰ τέρπν ἄνθἐ Ἀφροδίσια N. 7.53

σὺν Ὀρσέᾳ δέ νιν κωμάξομαι τερπνὰν ἐπιστάζων χάριν I. 4.72

ἁνίκ' ἀγανόφρων Κοίου θυγάτηρ λύετο τερπνᾶς ὠδῖνος Pae. 12.13

λόγον τερπνῶν ἐπέων Pae. 14.34

τῷδ ἐν ἄματι τερπνῷ Pae. 15.1

σεμνᾶν Χαρίτων μέλημα τερπνόν (sc. ὦ Πάν) fr. 95. 5. πολύ τοι φέριστον ἀνδρὶ τερπνὸς αἰών fr. 126. 2. n. pro subs., pleasure

τερπνὸν δ' ἐν ἀνθρώποις ἴσον ἔσσεται οὐδέν O. 8.53

κεῖναι γὰρ ὤπασαν τὰ τέρπν O. 9.28

ἔπορε μόχθῳ βραχύ τι τερπνόν O. 10.93

αἰδῶ δίδοι καὶ

τύχαν τερπνῶν γλυκεῖαν O. 13.115

σὺν γὰρ ὑμῖν τά τε τερπνὰ καὶ τὰ γλυκἔ ἄνεται πάντα βροτοῖς O. 14.5

ἐν δ' ὀλίγῳ βροτῶν τὸ τερπνὸν αὔξεται P. 8.93

τῶν δ' ἐν Ἑλλάδι τερπνῶν λαχόντες οὐκ ὀλίγαν δόσιν P. 10.19

εἰ πόνος ἦν, τὸ τερπνὸν πλέον πεδέρχεται N. 7.74

τερπνὸν ἐφάμερον διώκων I. 7.40

καλῶν μὲν ὦν μοῖράν τε τερπνῶν ἐς μέσον χρὴ παντὶ λαῷ δεικνύναι fr. 42. 3. δείκνυσι τερπνῶν ἐφέρποισαν χαλεπῶν τε κρίσιν (sc. the soul) fr. 131b. 4.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • τερπνός — delightful masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τερπνός — ή, ό / τερπνός, ή, όν, ΝΜΑ αυτός που προξενεί τέρψη, ευχάριστος, ευάρεστος (α. «η προφήτισσα Μαρία μ ένα τύμπανο τερπνό», Σολωμ. β. «τῷ γὰρ ῥα θεὸς πέρι δῶκεν ἀοιδὴν τερπνήν», Ομ. Οδ.) νεοελλ. παροιμ. φρ. «το τερπνόν μετά τού ωφελίμου» λέγεται σε …   Dictionary of Greek

  • τερπνός — ή, ό επίρρ. ά αυτός που προκαλεί τέρψη, ο ευχάριστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τερπνά — τερπνός delightful neut nom/voc/acc pl τερπνά̱ , τερπνός delightful fem nom/voc/acc dual τερπνά̱ , τερπνός delightful fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τερπνότερον — τερπνός delightful adverbial comp τερπνός delightful masc acc comp sg τερπνός delightful neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τερπνοτάτων — τερπνός delightful fem gen superl pl τερπνός delightful masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τερπνῶν — τερπνός delightful fem gen pl τερπνός delightful masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τερπνόν — τερπνός delightful masc acc sg τερπνός delightful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τερπνότατα — τερπνός delightful adverbial superl τερπνός delightful neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τερπνότατον — τερπνός delightful masc acc superl sg τερπνός delightful neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τερπναῖς — τερπνός delightful fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”